μαχαιροβγάλτης


μαχαιροβγάλτης
[махеровгалтис] ста. а. головорез,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαχαιροβγάλτης" в других словарях:

  • μαχαιροβγάλτης — ο (Μ μαχαιροβγάλτης και μαχαιροεβγάλτης) κακοποιός οπλισμένος με μαχαίρι, φονιάς, δολοφόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαχαίρι + βγάλτης (< βγάζω), πρβλ. αντερο βγάλτης] …   Dictionary of Greek

  • μαχαιροβγάλτης — ο αυτός που χρησιμοποιεί μαχαίρι στους καβγάδες: Δεν έπιασαν ακόμα αυτούς τους μαχαιροβγάλτες; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχαίρι — Κοπτικό εργαλείο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα. Η κατασκευή των μ. ποικίλει, ωστόσο η λεπίδα τους κατασκευάζεται από σίδερο ή ατσάλι, ενώ η λαβή είτε από το ίδιο μέταλλο (όπως στα τραπεζομάχαιρα), οπότε αποτελεί ενιαίο κομμάτι με τη λεπίδα,… …   Dictionary of Greek

  • απάχης — Ονομασία των κακοποιών του Παρισιού, στις αρχές του 20ού αι. Οι α. πήραν το όνομα αυτό από παραφθορά της ονομασίας της αμερικανικής φυλής των Απάτσι. H λέξη σήμαινε γενικότερα τον κακοποιό των μεγαλουπόλεων. Οι α. σύχναζαν κυρίως στις συνοικίες… …   Dictionary of Greek

  • μαχαιράς — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 150 μ., 420 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βόνιτσας και Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του νομού, Δ της λίμνης Οζερού, 70 χλμ. ΒΔ του Μεσολογγίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αστακού. * * *… …   Dictionary of Greek

  • μαχαιροφόρος — α, ο (Α μαχαιροφόρος, ον) αυτός που κρατάει μαχαίρι, ο οπλισμένος με μαχαίρι («τὸ μαχαιροφόρον ἔθνος ἐκ πάσης Ἀσίας ἕπεται», Αισχύλ.) νεοελλ. ο μαχαιροβγάλτης αρχ. 1. το αρσ. ως ουσ. ὁ μαχαιροφόρος ο οπλισμένος με πολεμική μάχαιρα, ο ξιφοφόρος 2 …   Dictionary of Greek

  • μαχαιράς — ο 1. αυτός που κατασκευάζει ή διορθώνει μαχαίρια, ο μαχαιροποιός. 2. ο μαχαιροβγάλτης: Είναι κακόφημη γειτονιά γεμάτη μαχαιράδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)